
ΠΗΓΗ: https://syntaktes.gr/
του Κώστα Ντελέζου
Υπάρχουν δημοσιογράφοι που αφήνουν πίσω τους πολύ περισσότερα από κείμενα, εκπομπές και βιβλία. Αφήνουν έναν τρόπο να στέκεσαι απέναντι στη δουλειά σου και στη ζωή.
Ο Δημήτρης Σαπρανίδης, που έφυγε από κοντά μας, ήταν ένας από αυτούς. Από τους τελευταίους μιας γενιάς που γνώρισε τη δημοσιογραφία ως καθημερινό μόχθο, πνευματική αναζήτηση και ευθύνη. Και που χρειάστηκε να υπερασπιστεί την ελευθερία της, πληρώνοντας προσωπικό τίμημα.
Η διαδρομή του πέρασε από εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικά στούντιο και τηλεοπτικές αίθουσες σύνταξης. Στο «Βήμα» και στα «Νέα», από το 1955 έως το 1973, εργάστηκε στις περισσότερες δημοσιογραφικές ειδικότητες. Αργότερα ανέλαβε την ευθύνη του ελεύθερου ρεπορτάζ στον «Ριζοσπάστη» και στη «Μεσημβρινή», υπήρξε διευθυντής της «Συλλογής» και αρχισυντάκτης του «Αντί», ενώ ένα μεγάλο κεφάλαιο της επαγγελματικής ζωής του γράφτηκε στην ΕΡΤ.
Πίσω από τους τίτλους των θέσεων, όμως, βρίσκεται το ουσιαστικότερο: ένας άνθρωπος με ανοιχτούς ορίζοντες, που αναζητούσε διαρκώς νέους τρόπους να παρατηρεί, να αφηγείται και να επικοινωνεί.
Είχε σπουδάσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και η σχέση του με την εικόνα, τη σάτιρα και την καλλιτεχνική έκφραση, συνόδευσε ολόκληρη τη δημιουργική πορεία του.
Η ανεξαρτησία του δοκιμάστηκε στα δύσκολα. Το 1967, μέσα στη δικτατορία, διαγράφηκε από την Ένωση Συντακτών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους. Το 1971 παρουσίασε σε έκθεσή του στην Αθήνα, σαράντα αντιδικτατορικά πόστερ. Τρεις ημέρες αργότερα, η έκθεση έκλεισε βίαια. Δύο από τα έργα, το «Bus Only» και το «Χρονοδιάγραμμα», κυκλοφόρησαν παράνομα.
Αυτές οι πράξεις δίνουν περιεχόμενο στη λέξη «ανυπότακτος». Τη χρησιμοποίησε ως στάση ζωής, σε μια εποχή που η ελεύθερη έκφραση μπορούσε να οδηγήσει στη δίωξη και στη φυλακή. Και αυτή η πλευρά της διαδρομής του αξίζει να μείνει ζωντανή στη μνήμη των νεότερων συναδέλφων.
Το ίδιο ζωντανή υπήρξε η διάθεσή του να δοκιμάζει καινούργια πράγματα. Οι τηλεοπτικοί «Μονόλογοι», ο «Τηλέγραφος», η τρίωρη ζωντανή ραδιοφωνική εκπομπή «Κάθε μέρα παντού» στο Β΄ Πρόγραμμα, αποτελούν σταθμούς μιας δουλειάς που δεν περιορίστηκε σε ένα μέσο ή σε έναν ρόλο. Μέχρι τη διεύθυνση της «Ραδιοτηλεόρασης» και των Εκδόσεων της ΕΡΤ, από όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1998, παρέμεινε δημιουργικά παρών.
Ξεχωριστή παρακαταθήκη αφήνει η επίμονη ενασχόλησή του με την ελληνική γελοιογραφία. Η δίτομη ιστορία της, που τιμήθηκε το 2007, συγκέντρωσε και διέσωσε ένα πολύτιμο κομμάτι της δημόσιας ζωής μας: τον τρόπο με τον οποίο το σκίτσο σχολίασε την εξουσία, κατέγραψε τις αντιφάσεις της κοινωνίας και έδωσε διέξοδο στο γέλιο μέσα σε δύσκολες εποχές.
Για τους νεότερους δημοσιογράφους, η ζωή του Δημήτρη Σαπρανίδη προσφέρει ένα φωτεινό παράδειγμα εργατικότητας, καλλιέργειας και θάρρους. Δείχνει πόση σημασία έχει να μαθαίνεις τη δουλειά σε βάθος, να κρατάς την περιέργειά σου ζωντανή και να υπερασπίζεσαι την κρίση σου όταν δοκιμάζεται.
Αποχαιρετούμε τον Δημήτρη Σαπρανίδη με σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Για όσα δημιούργησε, για όσα διέσωσε και για τη συνέπεια με την οποία υπηρέτησε μια απαιτητική ιδέα της δημοσιογραφίας. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή του και στο συνδικαλιστικό κίνημα, συμμετέχοντας στην πρώτη γραμμή με την Κίνηση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων της ΕΣΗΕΑ.
Καλό ταξίδι, Δημήτρη. Η διαδρομή σου αφήνει φως για εκείνους που συνεχίζουν…
