
Στο ΕΣΡ ανατίθεται η αρμοδιότητα «για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/900 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Μαρτίου 2024», σχετικά με τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφημιστικής προβολής, βάσει του ΠΔ 59/2206, το οποίο δημοσιεύθηκε προ ημερών στο ΦΕΚ.
Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης είναι, σύμφωνα με την απόφαση, αρμόδιο για «τη δημιουργία, τήρηση, διασφάλιση της πληρότητας και ενημέρωση του μητρώου των παρόχων υπηρεσιών πολιτικής διαφημιστικής προβολής στην ελληνική επικράτεια, οι οποίοι δεν διαθέτουν εγκατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Επιπλέον, είναι αρμόδιο για «την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών με τις υποχρεώσεις, στο μέτρο που αφορούν παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, και ιδίως τις υποχρεώσεις που αφορούν τον προσδιορισμό των υπηρεσιών πολιτικής διαφημιστικής προβολής, την τήρηση των προβλεπόμενων στον νόμο αρχείων» και, τέλος, για «την παρακολούθηση συμμόρφωσης των φυσικών ή νομικών προσώπων και ιδίως των παρόχων και εκδοτών υπηρεσιών πολιτικής διαφημιστικής προβολής και των αναδόχων».
Το έργο του ΕΣΡ θα πρέπει να συνεπικουρούν η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και η Διεύθυνση Εκλογών της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικών και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών.
Οι υπηρεσίες πολιτικής διαφημιστικής προβολής «παρέχονται μόνο σε ανάδοχο ή πάροχο υπηρεσιών που ενεργεί για λογαριασμού αναδόχου, ο οποίος δηλώνει ότι είναι Πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει μόνιμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει δικαίωμα ψήφου στις εκλογικές διαδικασίες και νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο δεν ανήκει ούτε ελέγχεται τελικά από υπήκοο τρίτης χώρας, ή από νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα».
Σε περίπτωση παράβασης από τους αναδόχους ή τους παρόχους πολιτικής διαφημιστικής προβολής των άρθρων του Κανονισμού, «οι αρμόδιες αρχές, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων, τους δύνανται να επιβάλουν σύσταση ή και χρηματική κύρωση, η οποία αντιστοιχεί στο 3% έως 6% του ετήσιου εισοδήματος ή προϋπολογισμού του αναδόχου ή του παρόχου υπηρεσιών πολιτικής διαφημιστικής προβολής, κατά περίπτωση, και όποιο είναι υψηλότερο».
