
Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής κρούει τον κώδωνα των προσφυγών στο ΣτΕ
Το κριτήριο παλαιότητας στην αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών και τη σχεδιαζόμενη των ραδιοφωνικών κρίνεται ως αντισυνταγματικό από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής. Η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί εκ νέου μόνο υπό όρους, εκτιμά η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής στην έκθεσή της για το νομοσχέδιο αδειοδότησης των περιφερειακών σταθμών, που ψηφίστηκε από τη Βουλή.
Με την υπ’ αριθμ. 3578/2010 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του ν. 3051/2002 κρίθηκε αντισυνταγματική, ως αντιβαίνουσα στην αρχή του κράτους δικαίου και στην αρχή της ισότητας. Η απόφαση ανέφερε πως «η υπό τις εκτεθείσες συνθήκες επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα».
Η ρύθμιση των επίμαχων διατάξεων του νόμου του Παύλου Μαρινάκη θα ήταν, ενδεχομένως, συνταγματική, εάν συνέτρεχαν εκ παραλλήλου και σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις κατά την Επιστημονική Υπηρεσία:
– «Εάν η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 3051/2002 δεν εξαρτούσε την εφαρμογή της κατά κύριο λόγο από το συμπτωματικό γεγονός της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών σε δεδομένο χρόνο, αλλά και από κριτήρια συναπτόμενα προς την ύπαρξη πραγματικών καταστάσεων, οι οποίες, αν και δημιουργήθηκαν αυτογνωμόνως, χρήζουν, κατά την κρίση του νομοθέτη, νομικής προστασίας, ανεκτής πάντως από το Σύνταγμα.
– Εάν η διάταξη αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, εάν προέβλεπε δηλαδή έναν οπωσδήποτε οριστό καταληκτικό χρόνο ανοχής της λειτουργίας των νομιμοποιούμενων τηλεοπτικών σταθμών, ο χρόνος δε αυτός θα έπρεπε να είναι εύλογος, ως απολύτως αναγκαίος».
Όμως, όπως σημειώνει η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής: «Η προσωρινή ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, καθίσταται πλέον κανόνας που παραμερίζει το πάγιο –και εναρμονιζόμενο προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος– νομοθετικό καθεστώς. Η υπέρβαση αυτού του ορίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει ανεκτή από την συνταγματική τάξη».
